
ΙΕΡΗ ΚΑΤΗΧΗΣΗ
ΤΗΣ
ΑΝΑΤΟΛΙΚΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΗΤΟΙ
ΤΗΣ ΜΙΑΣ ΑΓΙΑΣ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
Υπό του
ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ
Μεταγλώττιση στην Νεοελληνική
Υπό
Πρωτοπρεσβυτέρου Γεωργίου Δ. Δράγα, δφ, δθ, δθ.
Ε Ι Σ Α Γ Ω Γ Η
Κεφάλαιον Α
Περί Ιερής Κατήχησης
1. Τι είναι Κατήχηση; Και τι είναι Ιερή Κατήχηση
Κατήχηση είναι διδασκαλία γύρω από τα θεία πράγματα. Ιερή Κατήχηση είναι η διδασκαλία της Εκκλησίας του Χριστού, με την οποία ο κατηχούμενος και ο ακατήχητος χριστιανός διδάσκεται τις δογματικές και τις ηθικές αλήθειες του Χριστιανισμού.
2. Ποιες είναι οι πηγές της Χριστιανικής διδασκαλίας;
Οι πηγές της Χριστιανικής διδασκαλίας είναι οι Ιερές Γραφές της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης και η Ιερή Παράδοση.
3. Από ποιους γράφτηκαν οι Ιερές Γραφές;
Γράφτηκαν από τους Προφήτες και τους αγίους Αποστόλους με την έμπνευση του Παναγίου Πνεύματος.
4. Από ποιους παραδόθηκε στην Εκκλησία η Ιερή Παράδοση; Και πως θεωρείται;
Παραδόθηκε από του αγίους Αποστόλους και θεωρείται το άγραφο τμήμα της Καινής Διαθήκης.
5. Τι εννοούμε όταν λέμε Παλαιά Διαθήκη;
Εννοούμε τα βιβλία της Ιουδαϊκής θρησκείας.
6. Το εννοούμε όταν λέμε Καινή Διαθήκη;
Εννοούμε τα βιβλία που γράφτηκαν από τους αγίους Αποστόλους.
Κεφάλαιο Β
Περί των Αγίων Γραφών
1. Τι περιέχουν τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;
Περιέχουν όσα αφορούν στη δημιουργία του κόσμου, στην πλάση του ανθρώπου από το Θεό, στα περί της πτώσης του ανθρώπου, στην επαγγελία της σωτηρίας του, στη θεία αποκάλυψη, στο θείο νόμο, στις προφητείες περί του Χριστού, και στα περί της λατρείας της Ιουδαϊκής θρησκείας όπου οι τελετές υποτυπώνανε προκαταβολικά τη λατρεία της ευαγγελικής χάριτος.
2. Τι περιέχουν τα βιβλία της Καινής Διαθήκης;
Περιέχουν την έλευση του Σωτήρα που είχε προαναγγελθεί, την εκπλήρωση των προφητειών, την κατάργηση των συμβολισμών της Παλαιάς Διαθήκης, το έργο της απολύτρωσης, τη σταύρωση, την ταφή, και την ανάσταση του Χριστού, την ένδοξη ανάληψή Του, την επιφοίτηση του Παναγίου Πνεύματος επάνω στους αγίους μαθητές Του και Αποστόλους, τα έργα και τη διδασκαλία του Σωτήρα Χριστού, και την αποστολή των αγίων Αποστόλων για το θείο κήρυγμα σε ολόκληρο τον κόσμο, με το οποίο κηρύττουν τη μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού που ευδόκησε να στείλει τον Υιό Του το μονογενή για να σώσει τον άνθρωπο.
3. Πόσα είναι τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;
Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης είναι είκοσι δύο.
4. Πως ονομάζονται;
Ονομάζονται κανονικά επειδή αποτελούν τον Εβραϊκό Κανόνα.
5. Εκτός από αυτά τα κανονικά βιβλία υπάρχουν και τίποτε άλλα;
Μάλιστα. Είναι αυτά που οι Ρωμαιοκαθολικοί τα ονομάζουν «δευτεροκανονικά» και οι διαμαρτυρόμενοι «απόκρυφα», ενώ οι Πατέρες της Εκκλησίας τα ονομάζουν «αναγινωσκόμενα».
6. Ποια είναι τα κανονικά βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;
Είναι τα εξής: 1) η Γένεση, 2) η Έξοδος, 3) το Λευϊτικό, 4) οι Αριθμοί και 5) το Δευτερονόμιο, που αποτελούν την Πεντάτευχο, 6) το σύγγραμμα του Ιησού του Ναυή, 7) οι Κριτές, και σαν παράρτημα η Ρουθ, 8) Το 1ο και 2ο Βιβλίο των Βασιλειών, 9) το 3ο και 4ο Βιβλίο των Βασιλειών, 10) τα βιβλία των παραλειπομένων Βασιλέων Ιούδα, 1ο και 2ο, 11) ο Έσδρας, ή Ιερεύς, και το 1ο και 2ο βιβλίο λόγοι του Νεεμία, 12) Εσθήρ, 13) Ιώβ, 14) το Ψαλτήριο του Δαβίδ, 15) οι Παροιμίες του Σολομώντα, 16) Εκκλησιαστής, 17) Το Άσμα Ασμάτων, 18) Ησαίας, 19) Ιερεμίας και Θρήνοι Ιρερεμία, 20) Ιεζεκιήλ, 21) το Δωδεκαπρόφητο, δηλ. τα βιβλία των δώδεκα μικρών προφητών: Ωσηέ, Αμώς, Μιχαίας, Ιωήλ, Αβδιού, Ιωνάς, Ναούμ, Αββακούμ, Σοφονίας, Αγγαίος, Ζαχαρίας και Μαλαχίας.
7. Ποια είναι τα δευτεροκανονικά ή αναγινωσκόμενα βιβλία;
Είναι τα εξής: 1) Το βιβλίο Τωβίτ, 2) Ιουδίθ, 3) Ιερεύς, 4) Μακκαβαίων βιβλία 1ο, 2ο, 3ο και οι επόμενες προσθήκες, 5) Βαρούχ, 6) Επιστολή Ιερεμίου, 7) Σοφία Σολομώντος και 8) Σοφία Σειράχ.
8. Πως διαιρούνται τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης;
Τα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης διαιρούνται σε α) Ιστορικά, β) Διδακτικά και γ) Προφητικά.
9. Ποια είναι τα ιστορικά βιβλία και ποια ιστορία αφηγούνται;
Τα Ιστορικά βιβλία είναι τα εξής: α) η Πεντάτευχος του Μωϋσή, που εξιστορεί τη δημιουργία του κόσμου, την πλάση του ανθρώπου, τη γενεά του Σήθ, τους Πατριάρχες, τον Μωυσή, την έξοδο του λαού των Ιουδαίων από την Αίγυπτο και την παράδοση του θείου Νόμου· β) τα βιβλία του Ιησού του Ναυή, των Κριτών, της Ρουθ, των Βασιλειών και των Παραλειπομένων, στα οποία εξιστορείται η ιστορία του Ισραηλιτικού λαού από το θάνατο του Μωυσή μέχρι την καταστροφή των Ιεροσολύμων από τον Ναβουχοδονόσορα (588 π.Χ.), και τα οποία βιβλία ονομάζονται και βιβλία των παλαιών προφητών· γ) τα βιβλία του Έσδρα, του Νεεμία και της Εσθήρ, στα οποία εξιστορείται η ιστορία των Ισραηλιτών κατά την περίοδο της αιχμαλωσίας της Βαβυλώνας. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και τα βιβλία των Μακκαβαίων, του Τωβίτ, της Ιουδίθ και του Ιερέως.
10. Ποια είναι τα Διδακτικά βιβλία και τι διδασκαλίες περιέχουν;
Τα διδακτικά βιβλία είναι τα ποιητικά, ο Ιώβ, οι Ψαλμοί, οι Παροιμίες, ο Εκκλησιαστής και το Άσμα των Ασμάτων. Σε αυτά περιέχονται ηθικές και θρησκευτικές αλήθειες, ύμνοι και ωδές προς το Θεό. Επίσης πρέπει να συμπεριλάβουμε σε αυτά τη Σοφία του Σολομώντος και τη Σοφία Σειράχ.
11. Ποια είναι τα Προφητικά βιβλία και τι περιέχουν;
Προφητικά είναι τα βιβλία των προφητών, τα 12 των μικρών και τα τέσσερα των μεγάλων. Σε αυτά περιλαμβάνονται διάφορες προρρήσεις περί του Χριστού, για το πρόσωπό Του, τη διδασκαλία Του, τα έργα Του και την μέλλουσα σωτηρία των Εθνών. Τα βιβλία αυτά λέγονται επίσης και βιβλία των νεωτέρων η των μεταγενεστέρων Προφητών.
12. Πόσα είναι τα βιβλία της Καινής Διαθήκης;
Είναι είκοσι επτά: 1) τά 4 Ιερά Ευαγγέλια, του Ματθαίου, του Μάρκου, του Λουκά και του Ιωάννη· 2) Οι Πράξεις των Αποστόλων· 3) Οι 14 Επιστολές του Παύλου (ἡ προς Ρωμαίους, οι 2 προς Κορινθίους, η προς Γαλάτας, η προς Εφεσίους, η προς Φιλιππησίους, η προς Κολοσσαείς, οι 2 προς Θεσσαλονικείς, οι 2 προς Τιμόθεον, η προς Τίτον, η προς Φιλήμονα, η προς Εβραίους) · 4) Οι επτά καθολικές Επιστολές ( η του Ιακώβου, οι 2 του Πέτρου, οι τρείς του Ιωάννη, η του Ιούδα) · 5) και το τελευταίο, η Ιερή Αποκάλυψη του Ιωάννη του Θεολόγου.
13. Ποια είναι ακριβώς η υπόθεση της Αγίας Γραφής, Παλαιάς και Καινής;
Η ακριβής υπόθεση και το κύριο θέμα της Αγίας Γραφής είναι ο λυτρωτής μας Ιησούς Χριστός, ο Σωτήρας της ανθρωπότητας που είχε προαναγγελθεί προ καταβολής κόσμου, που είχε προκηρυχθεί από τους Προφήτες, και του οποίου η φανέρωση και το έργο είχαν διατυπωθεί εκ των προτέρων με Σύμβολα, Τύπους και Θυσίες.
14. Που βρίσκουμε την πρώτη επαγγελία της Παλαιάς Διαθήκης;
Την βρίσκουμε στους εξής λόγους προς τον Όφι: «Και έχθρα θα θέσω ανάμεσα σε σένα και στη γυναίκα, και ανάμεσα στο σπέρμα σου και στο σπέρμα της· αυτός θα σου χτυπήσει την κεφαλή και εσύ θα του χτυπήσεις την πτέρνα του» (Γεν. 3:15). Με την επαγγελία αυτή προσημαίνεται η νίκη του Χριστού ενάντια στο διάβολο. Αυτήν την επαγγελία διατήρησαν ο Αδάμ και οι απόγονοί του. Αυτή ανανεώθηκε και στους Πατριάρχες, Αβραάμ, Ισαάκ και Ιακώβ με νέες επαγγελίες: «Και μέσα στο σπέρμα σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της Γης» Γεν. 22:18).
15. Με τι τύπους και τι θυσίες και σύμβολα διατυπώθηκε προκαταβολικά το μυστήριο της ευαγγελικής χάριτος στην Παλαιά Διαθήκη;
Με τον Αμνό του Πάσχα, που είναι τύπος του άσπιλου Αμνού Ιησού Χριστού· με το χάλκινο φίδι που εικονίζει τον σταυρωμένο και κρεμασμένο λυτρωτή που γιατρεύει τα δαγκώματα του νοητού φιδιού από εκείνους που αποβλέπουν σε Εκείνον με πίστη· με την περιτομή της ακροβυστίας, που σήμαινε την κάθαρση της αμαρτίας δια του Ιησού Χριστού με μέσο το βάπτισμα· με τις θυσίες της Παλαιάς Διαθήκης και τους ραντισμούς και καθαρισμούς με το αίμα, που διατύπωναν προκαταβολικά την κάθαρση της ἀνθρωπότητας με το αίμα του Σωτήρα· με την άφλεκτη βάτο, τη στάμνα του μάννα, τη ράβδο του Ααρών που βλάστησε, που διατύπωναν προκαταβολικά τη θεία γέννηση του Χριστού από την Παρθένο· αλλά και με μερικά άλλα που συναντάμε στην Παλαιά Διαθήκη.
16. Απο που μαρτυρούνται η αγιότητα και θειότητα των Αγίων Γραφών της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης;
Μαρτυρούνται α) από το περιεχόμενό τους, δηλ. από το ύψος και την αγιότητα των δογμάτων και των διδαγμάτων που περιέχουν, μέσα στα οποία διαλάμπει σοφία αληθινή, υψηλή και έξοχη, που ικανοποιεί τις πνευματικές απαιτήσεις του ανθρώπου και τους πόθους της καρδιάς του· β) από την υπερθαύμαστη δύναμη της διδασκαλίας τους και της αναπλαστικής δύναμής τους· γ) από την ακριβή εκπλήρωση των προφητειών, των οποίων η έκβαση βρίσκεται στην Καινή Διαθήκη· και δ) από την αποδεδειγμένη Αποκάλυψη του Θεού που έγινε ορατός επάνω στη Γη, ως και από τα θαύματα που επιτελέσθηκαν που ξεπερνούν κάθε έννοια, αλλά και από την ευλογία και χάρις που μεταδίδονται σε όσους πιστεύουν.
17. Γιατί η Αγία Γραφή ονομάζεται Παλαιά και Καινή Διαθήκη;
Η Αγία Γραφή, δηλ. τα ιερά βιβλία, ονομάζονται Παλαιά και Καινή Διαθήκη, διότι περιέχουν τις διαθήκες που πρόσφερε ο Θεός στους ανθρώπους. Στην μεν Παλαιά Αγία Γραφή περιέχονται οι τρεις διαθήκες που πρόσφερε ο Θεός στον άνθρωπο, δηλ. α) η π ρ ω τ ό γ ο ν η δ ι α θ ή κ η, στον παράδεισο, την οποία παρουσίασε όταν είπε: «Από κάθε δένδρο του παραδείσου μπορείτε να φάγετε, αλλά από το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού δεν μπορείτε· γιατί την ημέρα που θα φάτε από αυτό θα παραδοθείτε στο θάνατο». Με την Διαθήκη αυτή θα μπορούσε ο άνθρωπος να γίνει αθάνατος αν την τηρούσε, αν όμως παράβαινε την εντολή τότε θα γινόταν θνητός. Ο Σειράχ λεει: «Πρόσθεσε σ’ αυτούς επιστήμη και νόμο ζωής, και έθεσε ενώπιόν τους μια Διαθήκη που ήταν αιώνια, αλλά και τους υπέδειξε Τις κρίσεις Του» (Σειράχ 17:11-12). β) Στην Π.Δ. περιέχεται επίσης και η π α τ ρ ι α ρ χ ι κ ή δ ι α θ ή κ η, την οποία πρόσφερε ο Θεός στον Αβραάμ, όταν του φανερώθηκε και του είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός σου, κοίταξε να με ευαρεστήσεις και να γίνεις άμεμπτος, και Εγώ θα θέσω τη διαθήκη μου ανάμεσά σου και ανάμεσα στο σπέρμα σου στις γενεές που θα ακολουθήσουν ύστερα από σένα, ώστε να υπάρχει ως αιώνια διαθήκη ο Θεός σου και σε σένα και στο σπέρμα μετά από σένα» (Γεν. 15:18 και 17:1-21). γ) Τέλος υπάρχει στην Π.Δ. και η δ ι α θ ή κ η τ ο υ Μ ω ϋ σ ή του Προφήτη, με την οποία έδωσε ο Θεός το Νόμο στους υιούς Ισραήλ και μάλιστα είπε στον Μωϋσή, «Γράψε για σένα τα ρήματα αυτά, γιατί επάνω σε τούτα βασίζω τη Διαθήκη μου προς σε σένα και προς τον Ισραήλ» (Εξ. 34:27, πρβλ. και 19:5, και 23:22). [Σημείωση: εκτός από τις Διαθήκες αυτές αναφέρονται στην Παλαιά Διαθήκη και άλλες, τις οποίες έδωσε ο Θεός στους ανθρώπους, όπως π.χ. ήταν εκείνη την οποία έδωσε στο Νώε (Γεν. 6:18, 9:9-16, και στον Αβραάμ και στον Ιακώβ]. Στην Καινή Αγία Γραφή περιέχεται η Κ α ι ν ή Διαθήκη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, η οποία επικυρώθηκε με το ίδιο Του το αίμα (Ματθ. 26:28, Μαρκ. 14:24 και Λουκ. 22:20) και η οποία προσφέρει αιώνια ζωή σε κάθε ένα που πιστεύει στον Χριστό. «Όποιος πιστεύει και βαπτισθεί, θα σωθεί, όποιος όμως απιστήσει θα κατακριθεί» (Μαρκ. 16:16). Η Διαθήκη αυτή ξεπερνάει όλες τις άλλες διαθήκες, διότι είναι Διαθήκη που προσφέρει χάρι και σωτηρία. Ο Απόστολος Παύλος λεει: «Τώρα όμως η λειτουργία που ανέλαβε ο Ιησούς είναι τόσο ανώτερη όσο ανώτερη είναι και η Διαθήκη για την οποία Εκείνος είναι ο Μεσίτης κι η οποία βασίζεται σε ανώτερες υποσχέσεις· γιατί αν η πρώτη εκείνη διαθήκη ήταν τέλεια, δεν θα υπήρχε θέση για τη δεύτερη» (Εβρ. 8:6-7).
Κεφάλαιο Γ
Περί Εκκλησίας
1. Ποιός είναι ο ορισμός και ποιός ο σκοπός της Εκκλησίας
1. Τι είναι Εκκλησία;
Εκκλησία είναι ένα θείο θρησκευτικό σύστημα, που ιδρύθηκε από τον Κύριο μας Ιησού Χριστό και εγκαινιάσθηκε με την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Αγίας Πεντηκοστής, με όλες τις αλήθειες, τους θεσμούς, τα μυστήρια και τις εντολές Του (Ματθ. 16:17). Εκκλησία είναι επίσης το σύστημα των πιστών που οικοδομήθηκε επάνω στο θεμέλιο των Αποστόλων και των Προφητών και του οποίου ακρογωνιαίος λίθος είναι ο Ιησούς Χριστός (Εφ. 2:20). Εκκλησία λέγεται ακόμη κατά συνεκδοχή και ο ναός του Θεού, στον οποίον τελούνται η λατρεία και τα μυστήρια της Καινής Διαθήκης, και το σύστημα των πιστών συναθροίζεται και λατρεύει τον τρισυπόστατο Θεό (Ιωάν. 4:19-27).
2. Ποιος είναι ο σκοπός της Εκκλησίας;
Ο σκοπός της Εκκλησίας είναι η σωτηρία του γένους των ανθρώπων και η ίδρυση της βασιλείας του Θεού επάνω στη Γη, δηλ. η επικοινωνία του Θεού με τους ανθρώπους και η αποκατάσταση της αγάπης, της ειρήνης και της ελευθερίας, ώστε να βασιλεύει ο Θεός που φανερώθηκε, να διατηρείται αδιάκοπα η κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, να καθαρίζεται ο παλαιός άνθρωπος από την αμαρτία και να ανακαινίζεται σύμφωνα με την εικόνα Εκείνου που τον έπλασε με τη χάρι του Αγίου Πνεύματος.
3. Πως εκπληρώνει η Εκκλησία αυτό το έργο;
Η Εκκλησία εκπληρώνει αυτό το έργο με το να ελκύει τον άνθρωπο στην πίστη στον Χριστό με το κήρυγμα του θείου λόγου, αναγεννώντας τον με τα μυστήρια και οδηγώντας τον βήμα-βήμα προς την χριστιανική τελειότητα με τις ηθικές αρχές του Ευαγγελίου.
4. Ποιος καθορίζει το σκοπό της Εκκλησίας;
Το σκοπό της Εκκλησίας τον ορίζει ο Απόστολος Παύλος όταν λεει, ότι σκοπός της Εκκλησίας είναι ὁ καταρτισμός των Αγίων, το έργο της διακονίας για την οικοδομή του σώματος του Χριστού, μέχρις ότου καταντήσουμε όλοι μας στην ενότητα της πίστης με το να αποκτήσουμε επίγνωση του Υιού του Θεού· γι αυτό και έδωσε στην Εκκλησία αποστόλους, προφήτες, ευαγγελιστές, ποιμένες και διδασκάλους» (Εφ. 4:11-13 και πρβλ. Ρωμ. 8:3-4).
2. Η ιστορική ανάπτυξη της Εκκλησίας του Θεού
1. Πόσες είναι οι ιστορικές περίοδοι που διακρίνει η Εκκλησία;
Είναι τρεις: α) από τον Αδάμ μέχρι τον Μωϋσή, β) από τον Μωϋσή μέχρι την έλευση του Σωτήρα μας Ιησού Χριστού και γ) από τον Σωτήρα Χριστό μέχρι τη συντέλεια του αιώνα τούτου.
2. Πως κυβερνιόταν η Εκκλησία κατά τις τρεις αυτές περιόδους;
Κατά την πρώτη περίοδο η Εκκλησία κυβερνιόταν με τις θείες επιφάνειες και τις προφορικά μεταδιδόμενες παραδόσεις. Κατά τη δεύτερη κυβερνιόταν με τον γραπτό νόμο και τις διδασκαλίες των προφητών, ενώ κατά την τελευταία με το Ιερό Ευαγγέλιο και την γραπτή και άγραφη Ιερή Παράδοση.
3. Υπέστη η Εκκλησία διωγμούς;
Μάλιστα· η Εκκλησία διώχθηκε από την αρχή κιόλας της ίδρυσής της και υπέστη πολλούς διωγμούς, χωρίς όμως κανένας τους να την κλονίσει, διότι είναι θεμελιωμένη επάνω στην αράγιστη πέτρα που είναι ο ίδιος ο Χριστός –και ούτε οι πύλες του Άδη δεν μπορούν να την νικήσουν» (Ματθ. 16:18).
4. Πόσους διωγμούς υπέστη η Εκκλησία κατά την Τρίτη περίοδό της;
Η Εκκλησία γνωρίζει πολλούς διωγμούς, οι οποίοι είναι διττοί, εξωτερικοί και εσωτερικοί. Οι εξωτερικοί είναι δέκα, από τους οποίους ο πρώτος είναι αυτός που έγινε από τον Νέρωνα (64 μ.Χ.) και ο τελευταίος αυτός που έγινε από τον Διοκλητιανό (302 μ.Χ.). Οι εσωτερικοί διωγμοί είναι πάρα πολλοί και έγιναν σε διάφορους καιρούς, όπως λεει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Από εμάς προήλθαν, αλλά δεν ήσαν από εμάς» (Α’ Ιωάν. 2:19). Τους διώκτες αυτούς του ονομάζει η Αγία Γραφή αντίχριστους γιατί αντιστρατεύονται ενάντια στο έργο του Χριστού.
5. Ποιες ήταν οι κυριότερες αιρέσεις;
Οι κυριότερες αιρέσεις είναι οι εξής: 1) Η αίρεση του Σ ί μ ω ν α τ ο υ Μ ά γ ο υ, 2) η αίρεση των Ε β ι ω ν ι τ ώ ν, δηλ. Ιουδαϊζόντων Χριστιανών που τηρούσαν το Σάββατο, την περιτομή και άλλες ιουδαϊκές διατάξεις, και αρνούνταν τη θεότητα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· 3) η αίρεση των Γ ν ω σ τ ι κ ώ ν που θεωρούσε τη γνώση μεγαλύτερη από την πίστη και έβλεπαν τον Ιησού σαν ένα από τους αιώνες που προήλθαν από το Θεό· 4) η αίρεση των Μ ο ν τ α ν ι σ τ ών που ακολουθούσαν τον Μοντανό από τη Φρυγία, πρώην ιερέα της θεάς Κυβέλης στη Φρυγία, ο οποίος κήρυττε τον εαυτόν του ως τον «παράκλητο που επρόκειτο να ολοκληρώσει το έργο του Χριστού» (από το 150 μ.Χ.) · 5) Η αίρεση των Μ α- ν ι χ α ί ω ν που ακολουθούσαν τον Μανιχαίο, ένα μάγο εξόριστο από την Περσία κατά τον 4ο αιώνα, ήταν κράμα Γνωστικών κακοδοξιών και Περσικών μυθολογημάτων, δεχόταν δύο ισόπαλες αρχές, την αρχή του φωτός και την αρχή του σκότους, και θεωρούσε τον Σωτήρα μας Ιησού Χριστό όταν ήταν ένας από τους φωτεινούς αγγέλους· 6) η αίρεση των Μ ο ν α- ρ χ ι α ν ώ ν ή Σ α β ε λ- λ ι α ν ώ ν από τον Σαβέλλιο, ένα πρεσβύτερο της Πτολεμαίδας (250-260 μ.Χ.), που δεχόταν ότι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιο Πνεύμα είναι τρία διαφορετικά ονόματα ενός και του αυτού προσώπου του Θεού· ότι ο όρος «Πατήρ» είναι το όνομα που αποδίδεται στο ένα αυτό πρόσωπο, που θεωρείται ότι υπάρχει μέσα σε μια ακατανόητη μεγαλειότητα και σε απόλυτη κυριαρχία· ότι ο όρος «Υιός» είναι το όνομα που αποδίδεται στο ίδιο πρόσωπο, όταν αποκαλύπτεται ενσαρκωμένο και να κατοικεί μεταξύ των ανθρώπων· ενώ ο όρος «Άγιο Πνεύμα» είναι το όνομα που αποδίδεται πάλι στο ίδιο πρόσωπο, όταν το βλέπουμε να ενεργεί απευθείας επάνω στα κτιστά πλάσματα με έργα δημιουργίας, πρόνοιας ή χάριτος· 7) η αίρεση των Α ρ ε ι α ν ώ ν από τον Άρειο, ένα πρεσβύτερο της Αλεξάνδρειας, που τόνιζε (περί το 318 μ. Χ.) ότι το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδας είναι κατώτερο από το πρώτο πρόσωπο καί μάλιστα κτίσμα του· 8) η αίρεση των Μ α κ ε δ ο ν ι α ν ώ ν ή Π ν ε υ μ α τ ο μ ά χ ω ν από τον Μακεδόνιο, επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως (341-360 μ.Χ.) που δεχόταν ότι το Πνεύμα το Άγιο είναι κτίσμα και διάκονος του Πατρός και του Υιού· 9) η αίρεση των Π ε λ α γ ι α ν ώ ν από τον πρεσβύτερο Πελάγιο, που αρνιόταν τη μετάδοση του προπατορικού αμαρτήματος στο ανθρώπινο γένος (414 μ.Χ.)· 10) η αίρεση των Ν ε σ τ ο ρ ι α ν ώ ν από τον πατριάρχη Νεστόριο Κωνσταντινουπόλεως (428-431 μ.Χ.) που διαχώριζαν αποφασιστικά τις δύο φύσεις του Χριστού και αρνιούνταν την πλήρη ένωσή τους την οποία θεωρούσαν απλή συνάφεια· 11) η αίρεση των Μ ο ν ο φ υ σ ι τ ώ ν ή Ε υ τ υ χ ι α ν ώ ν από τον Αρχιμανδρίτη Ευτυχή της Κωνσταντινουπόλεως που δίδασκε, τελείως αντίθετα από τον Νεστόριο, ότι στο Χριστό υπάρχει μόνο μία φύση (451 μ.Χ.)· 12) η αίρεση των Μ ο ν ο θ ε λ η τ ώ ν που προήλθε από την αίρεση του Μονοφυσιτισμού και δεχόταν μόνο μία θέληση στο Χριστό, και 13) η αίρεση των Ε ι κ ο ν ο μ ά χ ω ν ή Ε ι κ ο ν ο κ λ α σ τ ώ ν της οποίας αρχηγός ήταν ο Αυτοκράτορας Λέων ο Γ΄, ο Εικονομάχος (726-878 μ.Χ.).
6. Ποιές επίσημες Εκκλησίες κατά τους νεώτερους χρόνους απόκλιναν από την ορθοδοξία της μιας, αγίας, καθολικής και αποστολικής Εκκλησίας;
Είναι α) η Δυτική Εκκλησία, η οποία πρόβαλε πολλές καινοτομίες και ιδιαίτερα το δόγμα της διπλής εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, και β) η Εκκλησία των διαμαρτυρομένων που αποσχίσθηκε από τη Δυτική Εκκλησία κατά τον 16ο αιώνα μ.Χ., και διακρίνεται από πολλά ονόματα: δηλ. 1) σε Λ ο υ θ η ρ α ν ο ύ ς, από τον Μαρτίνο Λούθηρο, Γερμανό μοναχό από την Εισλεβένη της Πρωσσίας (1483-1546), που λέγονται και Ευαγγελιστές. 2) Οι Κ α λ β ι ν ι σ τ έ ς από τον Ιωάννη Καλβίνο από τη Νουαγιόν της Γαλλίας (1509-1561), που ονομάζονται και Αναμορφωτές. Και οι δύο προαναφερθέντες δέχονται σαν μοναδική πηγή του Χριστιανισμού την Αγία Γραφή, και απορρίπτουν την Ιερή Αποστολική Παράδοση. Ο Λουθηρανισμός διαδόθηκε στα βόρεια μέρη της Γερμανίας και στις Σκανδιναυϊκές επικράτειες, ενώ ο Καλβινισμός διαδόθηκε σε μερικές μόνον επαρχίες της Γαλλίας, στις Κάτω χώρες, και στη Σκωτία. Στη Σκωτία τροποποιήθηκε κάπως και έτσι δημιουργήθηκε μια ιδιότυπη Εκκλησία των Σκωτικανών ή Πρεσβυτεριανών, που ονομάζονται και Πουριτανοί. 3) Οι Α γ γ λ ι- κ α ν ο ί ή Ε π ι σ κ ο π ι α ν ο ί είναι οι διαμαρτυρόμενοι της Αγγλικής Εκκλησίας που απέρριψαν εντελώς την Ιερή Παράδοση της Εκκλησίας και τήρησαν την Ιερωσύνη με τους τρεις βαθμούς της και την εκκλησιαστική ιεραρχία, και εν μέρει την αρχαία λειτουργική τάξη στην τέλεση της θείας ευχαριστίας.
7. Τι θεμέλιο εἰχε η Εκκλησία κατά τις τρεις ιστορικές περιόδους της;
Το θεμέλιο της Εκκλησίας και κατά τις τρεις περιόδους της ιστορίας της ήταν ο ίδιος ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός· γι αυτό και οι άνδρες που αναδείχθηκαν για την ευσέβειά τους κατά την πρώτη και δεύτερη περίοδο της Εκκλησίας έφθασαν στην τελείωση με την πίστη και την ελπίδα στον μέλλοντα Σωτήρα και Λυτρωτή του ανθρωπίνου γένους. Ο Απόστολος Παύλος στην πρώτη προς Κορινθίους επιστολή λεει τα εξής: «Δεν θέλω να αγνοείτε εσείς, ότι όλοι οι πατέρες μας έφαγαν την ίδια πνευματική τροφή και ήπιαν το ίδιο πνευματικό ποτό· γιατί ήπιαν από την πνευματική πέτρα που ακολουθούσε, δηλ. την πέτρα που ήταν ο Χριστός» (Α΄Κορ. 1:1-4). Ο θείος πατήρ της Εκκλησίας μας ο Γρηγόριος ο θεολόγος, στον λόγο του για τους Μακκαβαίους μιλάει για το μαρτύριο του Ελεάζαρ, της Σολομονής και των επτά τέκνων της και λέει: «κανένας από εκείνους που έφθασαν στην τελείωση πριν από την έλευση του Χριστού δεν το κατόρθωσε αυτό χωρίς την πίστη στο Χριστό· γιατί ο Λόγος που παρουσιάσθηκε αργότερα σε κάποιο συγκεκριμένο καιρό, έγινε γνωστός και πρωτύτερα σε εκείνους που είχαν καθαρό νου, όπως φαίνεται στην περίπτωση πολλών που τιμήθηκαν πριν από Εκείνον»· και πιο κάτω λεει: «ο Ελεάζαρ είναι εδώ η απαρχή εκείνων που έπαθαν προ Χριστού, όπως ήταν και ο Στέφανος για τους μετά Χριστόν».
3. Περί της αναγκαιότητας της Κατήχησης
1. Που στηρίζει η Εκκλησία το να κατηχεί όσους προσέρχονται σ’ αυτήν;
α) Το στηρίζει στους λόγους του Κυρίου μας Ιησού Χριστού και των αγίων Αποστόλων
2. Ποιοι είναι οι λόγοι αυτοί;
Οι λόγοι του Κυρίου είναι οι εξής: «Πορευθέντες, μαθητεύσατε πάντα τα έθνη βαπτίζοντες αυτούς εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28:19, Μαρκ. 6:15-16)· από τους οποίους φαίνεται ότι έπρεπε πριν από το βάπτισμα να προηγηθεί η κατηχητική διδασκαλία που αφορά στο κήρυγμα της θρησκείας της Αποκάλυψης.
3. Ποιοι είναι οι λόγοι των Αποστόλων;
Ο Απόστολος Παύλος λεει: «Η πίστις είναι εξ ακοής, και η ακοή από το κήρυγμα του λόγου του Θεού» (Ρωμ. 10:17)· και κάπου αλλού λεει: «Αυτός που κατηχείται (δηλ. διδάσκεται) το λόγο του Θεού ας συμμερίζεται τα αγαθά του με εκείνον που τον κατηχεί (δηλ. με τον διδάσκαλο)» (Γαλ. 6:6).
β) Το στηρίζει επίσης στο παράδειγμα των αγίων Αποστόλων· διότι οι Απόστολοι πρώτα κατηχούσαν τους εθνικούς και έπειτα τους βάπτιζαν. Ο Απόστολος Πέτρος ήταν ο πρώτος που κατήχησε στην Ιερουσαλήμ και έπειτα βάπτισε τρεις χιλιάδες ψυχές (Πραξ. 2:14-41), και ο Φίλιππος ήταν ο πρώτος που κήρυξε το ευαγγέλιο του Χριστού στους Σαμαρείτες και έπειτα τους βάπτισε· και έκανε το ίδιο και με τον ευνούχο της βασίλισσας Κανδάκης (Πραξ. 8:35-38). Γενικά, λοιπόν, παντού και πάντοτε και από όλους τους Αποστόλους η Κατήχηση γινόταν πριν από το βάπτισμα.
4. Διατήρησε η Εκκλησία πιστά και απαράλλακτα την εντολή του Σωτήρα μας και το παράδειγμα των Αποστόλων;
Μάλιστα. Η Εκκλησία τήρησε από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα με πίστη και συνέπεια αυτήν την παράδοση του να κατηχεί πρώτα και έπειτα να βαπτίζει.
5. Η Εκκλησία που βαπτίζει νήπια, τα κατηχεί;
Μάλιστα. Αυτό γίνεται στο πρόσωπο των αναδόχων των νηπίων, οι οποίοι ομολογούν την πίστη εκ μέρους των αναδεξιμιών τους και εγγυούνται για την πίστη τους (βλ. περισσότερες εξηγήσεις στο Παράρτημα 8).
6. Ποιοι ήσαν οι πρώτοι κατηχητές στην Εκκλησία μετά τους Αποστόλους;
Ήσαν οι επίσκοποι, όπως φαίνεται από μια επιστολή του αγίου Αμβροσίου (Επ. 33 βιβλ. 5), αλλά και πρεσβύτεροι και διάκονοι αναλάμβαναν την κατήχηση κατ’ ανάθεση αν διέθεταν πλήρη πίστη και σοφία. Τέτοιοι ήσαν ο Χρυσόστομος στην Αντιόχεια (όπως φαίνεται από τις 22 Κατηχήσεις του) και ο Κύριλλος στα Ιεροσόλυμα (όπως φαίνεται από τις 18 Κατηχήσεις του), που ήσαν ακόμη πρεσβύτεροι, αλλά και ο Θεοχάρης Deogratias στην Εκκλησία της Καρθαγένη που κατηχούσε τους χριστιανούς αν και ήταν διάκονος. Κατήχηση έκαναν επίσης κατ’ ανάθεση και οι αναγνώστες. Ο άγ. Κυπριανός χειροθέτησε κατηχητή τον αναγνώστη Οπτάτο κατά το παράδειγμα του Ωριγένη που κατηχούσε στην Αλεξάνδρεια αν και ήταν ακόμη αναγνώστης. Επίσης χειροθετούντο και γυναίκες κατηχήτριες που δίδασκαν μόνο τις γυναίκες.
7. Που γινόταν το έργο της Κατήχησης;
Το έργο της Κατήχησης γινόταν στους ιερούς ναούς. Ύστερα όμως στις μεγάλες πόλεις γινόταν και σε κατηχητικές σχολές που είχαν ιδρυθεί για το σκοπό αυτό. Μια τέτοια σχολή ήταν η περίφημη σχολή της Αλεξάνδρειας. Παρόμοιες σχολές υπήρχαν στη Ρώμη, στα Ιεροσόλυμα, στην Αντιόχεια, στην Καισάρεια της Παλαιστίνης και σε άλλα μέρη (βλέπε περισσότερα στο παράρτημα 9).
8. Ποιοι ήταν οι πιο γνωστοί κατηχητές στης Αλεξανδρινής σχολής;
Ήταν ο Πάνταινος, ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, ο Ωριγένης, ο Ηρακλάς, ο Διονύσιος, ο Αθηνόδωρος, ο Μαλχίων, ο Δίδυμος, ο Μέγας Αθανάσιος, και αυτός ακόμη ο δυσσεβής Άρειος πριν από την αποπλάνησή του.
9. Τι επιδιώκει η Εκκλησία με την Κατήχηση;
Με την κατήχηση η Εκκλησία προσπαθεί να διδάξει την πίστη του Χριστού και να καταστήσει αυτούς που την δέχονται σταθερούς και ακλόνητους στην πίστη τους και αφοσιωμένους στις θρησκευτικές πεποιθήσεις τους· διότι με την κατήχηση μαθαίνει ο χριστιανός να πιστεύει με επίγνωση και με πληροφορία καρδίας, να είναι έτοιμος να δώσει απάντηση σε κάθε ένα που ζητά το λόγο που πιστεύει, όπως το λεει η εντολή του Αποστόλου Πέτρου: «Πάντοτε έτοιμοι να απαντήσετε σε κάθε ένα που ζητάει να μάθει το λόγο για την ελπίδα που υπάρχει μέσα σας» (Α΄ Πέτρου 3:15, πρβλ. και Τιτ. 2:8)· αλλά και να μπορεί ο χριστιανός να διακρίνει την αληθινή και θεία πίστη του από τα ανθρώπινα θρησκευτικά μυθεύματα (βλ. παράρτημα 10).
10. Γιατί ζητάει η Εκκλησία από τους κατηχούμενους πίστη στο Χριστό;
Η Εκκλησία ζητάει πίστη γιατί μόνο με την πίστη στο Χριστό σώζεται ο άνθρωπος. Η πίστη στο Σωτήρα Χριστό είναι η μόνη απολογία που δικαιώνει τον άνθρωπο· και είναι επίσης η μόνη θύρα που τον εισάγει στην αιώνια ζωή. Με την πίστη στο Σωτήρα ομολογεί ο άνθρωπος την σωτηρία που έφερε ο Χριστός στον κόσμο, τη θεία χάρι και το θείο έλεος, με τα οποία προσκλήθηκε στη σωτηρία και αποδέχτηκε με όλη του την ψυχή και την καρδία να σηκώνει το ζυγό του Χριστού και να τηρεί τις θείες εντολές Του.
11. Τι δέχεται η Εκκλησία για την πίστη που δικαιώνει τον άνθρωπο;
Η Εκκλησία δέχεται για την πίστη που δικαιώνει τον άνθρωπο, ότι είναι κοινό έργο της χάριτος του Θεού που καλεί τον άνθρωπο και ενεργεί μέσα του και της ελευθερίας του ανθρώπου που αποδέχεται και συνεργάζεται με τη θεία χάρι.
4. Η θεία χάρις και η ηθική ελευθερία του ανθρώπου
1. Τι είναι η θεία χάρις;
Η θεία χάρις είναι η βοήθεια και η συνδρομή την οποία χορηγεί ο Θεός δωρεάν, εξ αιτίας της λυτρωτικής αξίας του έργου του Χριστού, σε όλους όσους ακούν το λόγο Του, για να ενισχύσει το νου, τη θέληση και την καρδία τους ώστε να αποδεχθούν τη χριστιανική πίστη και να τους βοηθάει στη συνέχεια, όσοι παραμένουν πιστοί, στο να κατορθώνουν τα αγαθά έργα.
2. Ποιοι σφάλλουν σχετικά με αυτή τη αντίληψη της Εκκλησίας;
Σφάλλουν οι Καλβινιστές και εκείνοι οι διαμαρτυρόμενοι (προτεστάντες) που κηρύττουν, ότι η χάρις που δικαιώνει είναι μόνον έργο του Θεού. Η αντίληψη αυτή είναι εσφαλμένη, α) διότι αφαιρεί την ελευθερία του ανθρώπου και αποκλείει τη συμμετοχή του στο έργο της σωτηρίας με επίγνωση , συναίσθηση και ελευθερία. Ο θείος Χρυσόστομος λεει σχετικά: «η χάρις αν και είναι χάρις (δηλ. δίδεται δωρεάν), σώζει μόνον όσους τη θέλουν»· επίσης και ο Γρηγόριος ο θεολόγος λεει: «πρέπει να υπάρχει και από τη μεριά μας και από την μεριά του Θεού (ανταπόκριση) για να έχουμε σωτηρία»· αλλά και η παραβολή του σπορέα που διαβάζουμε στο Ευαγγέλιο είναι καταλληλότατο παράδειγμα: ο σπορέας έσπειρε, αλλά η αγαθή γη το δέχτηκε, και έτσι ο Θεός ευλόγησε και αύξησε και έδωσε καρπό 30, 60 και 100! Σφάλλουν επίσης οι Προτεστάντες β) διότι αποδίδουν τη σωτηρία στον απόλυτο προορισμό του Θεού· γ) διότι καθιστούν ανεύθυνους τους άπιστους αποδίδοντας την απιστία τους στο γεγονός ότι δεν τους προόρισε ο Θεός για να σωθούν· και δ) διότι με τον απόλυτο προορισμό αφαιρείται η αναγκαιότητα των καλών έργων στο θέμα της σωτηρίας.
3. Τι δέχεται η Εκκλησία για την ελευθερία του ανθρώπου, την ευθύνη του και τον προορισμό του Θεού;
Η Εκκλησία δέχεται και διδάσκει: α’) ότι ο άνθρωπος σώζεται εκούσια (με τη θέλησή του), διότι ούτε άθελα πιστεύει κανείς, ούτε αγαπά, ούτε γίνεται τέλειος με την αρετή· β’) ότι μόνος ο άνθρωπος είναι υπεύθυνος για την απιστία του, διότι θεληματικά κώφευσε στη φωνή που τον κάλεσε να σωθεί επειδή κυριάρχησε στην καρδία του η κακία και η αμαρτία· και γ’) ότι ο Θεός προορίζει εκείνους που προγνωρίζει σαν πάνσοφος και παντογνώστης, όχι όμως απόλυτα (Ρωμ. 8:29-31), πράγμα που σημαίνει ότι ο προορισμός του Θεού έχει σαν βάση την πρόγνωση και κατά συνέπεια ο προγνωστικός προορισμός αποκλείει τον απόλυτο προορισμό.

S A C R E D C A T E C H I S M
O F T H E
EASTERN ORTHODOX CHURCH
I.E. OF THE ONE HOLY CATHOLIC AND APOSTOLIC CHURCH
By
ST. NEKTARIOS OF PENTAPOLIS
Translated from the Greek original by
Proptopresbyter George Dion. Dragas PhD, DD, DTh
Introduction
CHAPTER I
Concerning the Sacred Catechism
1. What is a Catechism; and what is a Sacred Catechism?
A Catechism is teaching about divine things. Sacred Catechism is the teaching of the Church of Christ, through which those Christians who have been already catechized and those who are to be catechized are taught the dogmatic and moral truths of Christianity.
2. What are the sources of the Christian teaching?
They are the Sacred Scriptures of the Old and the New Testaments and the Sacred Tradition.
3. Who wrote the Sacred Scriptures?
The Sacred Scriptures were written by the holy Prophets and the holy Apostles by the inspiration of the Holy Spirit.
4. Who handed down the Sacred Tradition to the Church? And how is It viewed?
The Sacred Tradition was handed down by the holy Apostles and is viewed as the unwritten installment of the New Testament.
5. What do we mean when we say the Old Testament?
We mean the sacred books of the Hebrew religion.
6. What do we mean when we say the New Testament?
We mean the sacred books which were written by the holy Apostles.
Chapter II
Concerning the Holy Scriptures
1. What do the books of the Old Testament contain?
They contain the accounts concerning the creation of the world and the formation of the human being by God, the fall of the human being, the promise of salvation to the human being, the divine revelation, the divine law, the prophesies about Christ the Savior, the worship of the Jewish religion, in which liturgical acts prefigure the worship of the evangelical grace.
2. What does the New Testament contain?
It contains the coming of the Savior as predicted, the fulfillment of the prophesies, the cessation of the symbols of the Old Testament, the work of the redemption, the crucifixion, the burial and the resurrection of the Savior, His glorious ascension, the outpouring of the Holy Spirit upon His holy Disciples and Apostles, the works and the teaching of the Christ the Savior, the sending of the holy Apostles to minister the divine message of the Gospel to the whole world and to declare God’s great mercy whereby He was pleased to send His only-begotten Son to save humanity.
3. How many are the books of the Old Testament?
The books of the Old Testament are twenty two.
4. How are they called?
They are called “canonical” because they constitute the “Hebrew Canon.”
5. Are there other books apart from these canonical ones?
Yes, indeed! There are books which the Roman Catholics call “deutero-canonical” (δευτεροκανονικά), the Protestants call “apocrypha” and the Fathers of the Church call “anaginoskomena” (ἀναγινωσκόμενα=profitable for reading).
6. Which are the canonical books of the Old Testament?
They are the following: 1) Genesis, 2) Exodus), 3) Leviticus, 4) Numbers and 5) Deuteronomy (which constitute the Pentateuch), 6) Joshua, 7) Judges with Ruth as an Appendix, 8) 1st and 2nd Kings, 9) 3rd and 4th kings, 10) 1st and 2nd Books of the Paraleipomena of the Kings of Judah, 11) Ezra or Priest and 1st and 2nd Orations of Nehemiah, 12) Esther, 13) Job, 14) The Psalter of David, 15) The Proverbs of Solomon, (16) Ecclesiastes, 17) The Song of Songs, 18) Isaiah, 19) Jeremiah and the Lamentations of Jeremiah, 20) Ezekiel, 21) Daniel and 22) the Twelve Prophets, i.e. the books of the twelve so-called lesser Prophets: Hosea, Amos, Micah, Joel, Obadiah, Jonas, Nahum, Habakkuk, Zephaniah, Haggai, Zachariah, and Malachi.
7. Which are the deutero-canonical Books or Anaginoskomena?
These are: 1) The book of Tobit, 2) Judith, 3) The Priest (Ecclesiasticus), 4) Maccabees I, II, III and the Remainder Additions, 5) Baruch, 6) Epistle of Jeremiah, 7) Wisdom of Solomon, 8) Wisdom of Sirach.
8. How are the books of the Old Testament divided?
The books of the Old Testament are divided into: a) Historical, b) Didactic and c) Prophetical.
9. Which are the Historical Books?
The Historical Books are a) the Pentateuch, of Moses, in which we find the story of the creation of the world, of the formation of the human being, of the generation of Seth, of the Patriarchs, of Moses, of the Exodus of the Jewish people
from the land of Egypt, and of the tradition of the divine law; b) the books of Joshua, of the Judges, of Ruth, of the Kings of the Paraleipomena, in which we find the story of the Israelite people from the death of Moses to the destruction of Jerusalem by Nebuchadnezzar (588). These books are also called books of the ancient Prophets; and c) the books of Ezra, Nehemiah, and Esther, in which we find the story of the Israelites during the Babylonian captivity; to these we may also add the books of the Maccabees, of Tobit, Judith and The Priest.
10. Which are the Didactic Books and what sort of teachings do they contain?
The Didactic Books are the poetic books: Job, the Psalms, the Proverbs, Ecclesiastes and the Song of Songs. In them we find moral and religious truths and hymns and praises to God. To these we may add the Wisdom of Solomon and the Wisdom of Sirach.
11. Which are the Prophetical Books and what do they contain?
Prophetical are the books of the Prophets, of the twelve lesser and of the four major ones. In them we find various predictions, about Christ’s person, about His teaching, about His works and about the future salvation of the Nations. These books are called the books of the younger or later Prophets.
12. Which are the Books of the New Testament?
These are twenty seven. 1st The four Sacred Gospels, Matthew, Mark, Luke and John; 2nd The Acts of the Apostles, 3rd The fourteen Epistles of Paul (1 to the Romans, 2 to the Corinthians, 1 to the Galatians, 1 to the Ephesians, 1 to the Philippians, 1 to the Colossians, 2 to the Thessalonians, 2 to Timothy, 1 to Titus, 1 to Philemon, and 1 to the Hebrews. 4th The Seven Catholic Epistles (1 of James, 2 of Peter, 3 of John, and 1 of Judas), and 5th and final the Sacred Apocalypse of John the Theologian.
13. What is the subject-matter of the Holy Scripture? The Old and the New?
The very subject and underlying content of Holy Scripture is our Redeemer Jesus Christ, the Savior of humanity fore-announced from the creation of the world, predicted by the Prophets, whose redemptive work was prefigured through Symbols, Types and Sacrifices.
14. Where do we find the first promise in the Old Testament?
We find it in the following words of God to the snake: “And I will place an enmity between you and between the woman, and between your seed and her seed; He will look for your head and you will look for His heel” (Gen. 3:15). Through this promise Christ’s victory over the devil was prefigured. This is also the promise which Adam and his posterity treasured, and which was renewed in the Patriarchs, Abraham, Isaac and Jacob through a new promise: “And in your seed all the nations of the earth will be blessed” (Gen. 22:18).
15. Through which types and sacrifices and symbols was the mystery of the evangelical grace prefigured in the Old Testament?
This was through the Paschal Lamb which was a type and a symbol of the spotless lamb, Jesus Christ; through the brazen snake in the desert which depicted the redeemer who was fixed upon the cross and who heals the bites of the spiritual snake of those who look to Him with faith; through the circumcision of the foreskin, which signified the baptismal purification from sin through Jesus Christ; through the sacrifices of the Old Testament, the sprinklings and purifications with blood; the uninflammable bush, the jar with the manna, the rod of Aaron which sprouted, which prefigured the divine birth of Christ from the Virgin; and there are several other such examples in the Old Testament.
16. By what means are the holiness and the divinity of the Holy Scriptures, of the Old and of the New Testaments, proven?
a) These are proven from their content, i.e. from the holiness of their dogmas and teachings, through which true wisdom shines forth, which is higher, and finer, satisfying humanity’s spiritual requirements and the longings of humanity’s heart; b) from the amazing power of their teaching and especially from their power to mold; c) from the exact fulfillment of the prophesies, the outcome of which is found in the New Testament; and d) from the attested fact of the Revelation of God who was seen on the earth, and the execution of unthinkable miracles, and the blessing and grace which were transmitted to those who believed.
17. Why is Holy Scripture called Old and New Testament?
Holy Scripture, namely, the sacred books, are called Old and New Testament, because they contain the testaments, which God granted to human beings. Indeed, the Old Testament contains the three testaments, which God granted to humanity, namely: a) the “primitive testament” (ἡ πρωτόγονος διαθήκη), which was in paradise and which was applied when He said, “You shall eat from every tree that is in paradise, but you will not eat from the tree of knowledge, because on the day when you eat from it, you will die by death.” Through this testament the human being who would observe the commandment would be rendered immortal; but he would also become mortal, if he would trespass the commandment of God. Sirach says: “In addition, He gave them knowledge, and the law of life for an inheritance. He granted an everlasting Testament to them and indicated his judgments to them” (Wisdom of Sirach 17:11f); b) the “patriarchal testament” (ἡ πατριαρχικὴ διαθήκη), which God granted to Abraham, when He appeared to him and said to him: “I am your God, be well-pleasing before me and be blameless and I will establish my testament between myself and yourself … and your seed after you in their generations, as an everlasting testament so that I will be your God and of your seed after you” (Gen. 17:1-21; cf. 15:18); and c) the testament at the time of Moses the Prophet (ἡ ἐπὶ τοῦ Μωϋσέως), in which God granted the law to the sons of Israel, when He said to Moses: “Write for yourself these words, because on these words I grant to you and to Israel a testament” (Ex. 34:27; cf. 19:5 and 23:22). [Note: Apart from these Testaments the Old Testament mentions some others, which God granted to human beings, i.e. to Noah and to Abraham and to Jacob (Gen. 6:18, 9:9-16)]. In the New Testament Holy Scripture presents the New Testament of our Lord Jesus Christ, which was endorsed through His own blood (Matth. 26:28, Mark 14:24, Luke 22:20), and through which everyone who believes in Him has eternal life. “He who believes and is baptized will be saved, but he who disbelieves will be condemned” (Mark 16:16). This Testament is superior of all the other testaments, because it is a testament of grace and salvation. St. Paul says: “But now Christ has obtained a ministry, which is as different as He is mediator of a greater Testament, which has been ratified by greater promises; because if that former testament was blameless there would be no need to find a place for another…etc” (Heb. 8:6-7).
Chapter III
Concerning the Church
A. Concerning the definition and the purpose of the Church
1. What is the meaning of Church?
a) Church is a divine religious system established by our Lord Jesus Christ and inaugurated through the outpouring of the Holy Spirit on the say of Holy Pentecost in the totality of its truths, institutions, sacraments and commandments (Matth. 16:17); b) Church is also the system of the believers which has been built upon the foundation of the Apostles and the Prophets, Jesus Christ being its cornerstone (Eph. 2:20); c) Furthermore, church is called by convention the temple of God, in which the worship and the sacraments of the New Testament are implemented and the system of the believers is gathered for the worship of the God who is in Trinity (John 4:19-27).
2. What is the purpose of the Church?
The purpose of the Church is the salvation of the race of humanity and the establishment of the kingdom of God on earth, i.e. the communication of God with human beings and the restoration of love, peace and freedom, in which (kingdom) the king is the God who appeared and which purifies the old man and from sin and renews him according to the image of the One who created him by the grace of the Holy Spirit.
4. How does the Church fulfill this task?
The Church fulfills this task by attracting man to the faith of Christ through the preaching of the divine word, regenerating him through the sacraments and leading him to Christian perfection through the moral precepts of the Gospel [Note: The Church also embraces in her bosom those who have fallen into sins and do not live according to her laws, considering them as sick members. “The entire Church of God does not consist only of perfect members, because it also includes those who live in indolence and embrace the loose life and choose to be slaves to pleasures” (Theodoret on Psalm 1)].
5. Who defines the purpose of the Church?
The purpose of the Church is defined by the Apostle Paul, who says, that this purpose is the “equipping of the Saints, the work of the ministry, for building up the body of Christ, until we all attain to the unity of the faith through the fuller knowledge of the Son of God; and therefore He gave to the Church some to be apostles, others to be prophets, others to be evangelists and others to be pastors and teachers” (Eph. 4:11-13 and Rom. 8:3-4).
B. Historical growth of the Church of God
1. How many historical periods does the Church recognize?
There are three such periods: a) the period from Adam to Moses, b) the period from Moses to the coming of our Savior Jesus Christ and c) the period from the Savior Jesus Christ to the completion of the present age.
2. How was the Church governed during these periods?
During the first period the Church was governed by the divine theophanies and through oral traditions. During the second period, this was done through the written law and the teachings of the prophets, and during the last period, through the Sacred Gospel of the written and unwritten installment, i.e. of the Sacred Tradition.
3. Did the Church suffer persecutions?
Yes, the Church was persecuted immediately after its establishment and suffered many persecutions, but no one was able to shake her, because she was founded upon the unbroken rock, which is Christ Himself, “and no gates of hell will prevail over her” (Matth. 16:18).
4. How many persecutions did the Church suffer during the third period?
The Church numbers many persecutions, which are double, external and internal. The external persecutions are ten, the first of which was at the time of Nero (AD 64), and the last one at the time of Diocletian (AD 302).[1] The internal persecutions were multiple at various times, and of them the Evangelist John says, “They came out from us, but they were not of us” (John 2:19). These persecutors of the Church are called antichrists in Holy Scripture, as fighting against the work of Christ.
5. What were the main heresies?
The most important heresies were the following: (1) The heresy of S i m o n t h e M a g i c i a n. (2) The heresy of the E b i o n i t e s, or Judaizing Christians, who kept the Sabbath, circumcision and other Jewish ordinances, and denied the Godhead of our Lord Jesus Christ. (3) The heresy of the G n o s t i c s, who held the view that knowledge is greater than faith, and consider Jesus as one of the ages which were emanated from God. (4) The heresy of the M o n t a n i s t s, who followed the Phrygian M o n t a n u s, a former Priest of the goddess Cybil in Phrygia, who declared himself to be “the Paraclete who is going to complete the work of Christ” (since AD 150). (5) The heresy of the M a n i c h a e a n s, who followed Manichaeus, a magician who had been exiled from Persia in the 4th century AD, and was a mixture of Gnostic heretical notions and Persian mythologies and accepted the existence of two matching principles, that of light and that of darkness, and held about our Savior Jesus Christ that he was one of the luminary beings. (6) The heresy of the M o n a r c h i a n s, or Sabellians from Sabellius a presbyter in Ptolemais (AD 250-260), which taught that the Father, the Son and the Holy Spirit are three different names of the one and the same person of God, that the term “Father” is the name which is attributed to this one person, viewed in his incomprehensible majesty and absolute dominion; that the term “Son” is the name attributed to the same person, when revealing himself as incarnated and dwelling amongst human beings; and that the term “Spirit” is the name which is attributed to this person, when he is perceived as acting directly on the particular beings in the works of creation, providence or grace. (7) The heresy of the A r i a n s from Arius a presbyter of Alexandria. They held the doctrine (about AD 318) that the second person of the Holy Trinity is inferior to the first person and that the second is a creation of the first. (8) The heresy of the M a c e d o n i a n s or P n e u m a t o m a c h i a n s (Spirit-fighters) from Macedonius Bishop of Constantinople (AD 341-360), which held that the Holy Spirit is a creature and a minister of the Father and of the Son. (9) The heresy of the P e l a g i a n s from Pelagius the presbyter. The Pelagians denied the transmission of original sin to the human species (AD 413). (10) The heresy of the N e s t o r i a n s from Nestorius, Patriarch of Constantinople (428-431), which made a sharp distinction between the two natures in Christ and denied their full union by promoting their mere conjunction. (11) The heresy of the M o n o p h y - s i t e s, or Eutychians from Eutyches, and Archimandrite in Constantinople, which in opposition to that of the Nestorians taught that in Jesus Christ there is only one nature (AD 451). (12) The heresy of Monotheletism which was derived from that of Monophysitism and accepted only one will in Christ. (13) The heresy of the I c o n o m a c h s (Icon fighters) or I c o n o c l a s t s (Icon breakers). The emperor Leo III (AD 726-878), who was called Iconomach, was the heretical leader of this heresy.
6. Which are the most notable Churches in modern times, which deviated from the Orthodox spirit of the one, holy, catholic and apostolic Church?
a) The Western Church, which innovated in many other things and especially concerning the dogma of the procession of the Most Holy Spirit, and b) the Church of the Protestants which emerged in the 16th century as a schism from the Western Church and is distinguished by various names: (1) The L u t h e r a n s from Martin Luther, a German monk in Eisleben of Prussia (1483-1546), who are also called Evangelicals. (2) The C a l v i n i s t s from John Calvin from Noyon in France (1509-1561), who are also called Reformed. Both Lutherans and Calvinists accept Holy Scripture as the only source of Christianity and reject the sacred Apostolic tradition. Lutheranism spread in the Northern parts of Germany and in the Scandinavian states, whereas Calvinism was transmitted to certain eparchies in France, the Low Lands and Scotland. In Scotland it was modified in such a way that a particular Church was formed, that of the Scottish Presbyterians, who are also called Puritans. (3) The A n g l i c a n s or Episcopalians, i.e. the Protestants of the English Church who rejected completely the Tradition of the Church, but kept the Priesthood with its three-fold classification and the ecclesiastical hierarchy, and partly also the ancient liturgical order concerning the celebration of the Divine Eucharist.
7. What was the foundation of the Church during these three periods?
The Church had our Lord Jesus Christ Himself as her foundation during these three historical periods; and this why the pious men who were distinguished during the first and the second period of the Church were perfected through faith and hope in the future Savior and Redeemer of the human species. The Apostle Paul says this in his 1st Epistle to the Corinthians: “I do not want you to be ignorant of the fact that all our fathers ate from the same spiritual food and all of them drank from the same spiritual drink; because they drank from a spiritual rock that was following up; and this rock was Christ” (I Cor. 10:1-4). Our Father Gregory the Theologian the Divine in his Oration on the Maccabees and while speaking about the martyrdom of Eleazar, of Solomone and of her seven children, says the following: “No one of those who were perfected before Christ’s appearance achieved this without the faith in Christ; because the Word appeared afterwards at particular times, and came to be known first to those who had purified their mind as it is clear from many who had been honored before Him;” and further on, “Eleazar is here the first fruits of those who suffered before Christ, just as Stephanos is for those after Christ.”
C. On the Necessity of the Catechism
1. On what basis does the Church catechize those who come to join her?
a) On the words of our Lord and Savior Jesus Christ and of the His holy Apostles.
2. Which are these words?
These words of the Lord are the following: “Go and make disciples of all nations baptizing them in the Name of the Father and of the Son and of the Holy Spirit” (Matth. 28:19, Mark 6:15-16). These words indicate that Catechetical teaching concerning the Religion of Revelation had to precede Baptism.
3. Which are the (relevant) words of the Apostles?
The Apostle Paul says: “Faith is from hearing, and hearing is through the word of God” (Rom. 10:17); and elsewhere, “Let him who catechizes the word share all good things with him who catechizes” (Gal. 6:6).
b) On the example of the Apostles; inasmuch as the Apostles first catechized the nations and afterwards baptized them. In Jerusalem the Apostle Peter first catechized and then baptized the three thousand souls (Acts 2:14-41). Philip also first preached the Gospel of Christ to the Samaritans and then baptized them, and he did likewise with the eunuch of the queen of Candace (Acts 8:12, 35-38). In general, everywhere and always the Catechism of the Apostles preceded baptism.
4. Did the Church preserve faithfully and strictly the commandment of the Savior and the example of the Apostles?
Yes indeed. The Church from her establishment until today has maintained faithfully and strictly the practice of first catechizing and then baptizing.
5. Does the Church catechize the infants that she baptizes?
Yes indeed. This is done in the person of the godparent, who confesses the faith on behalf of the baptized and offers a guarantee for his/her faith.
6. Who were the first catechists in the Church after the Apostles?
The first catechists after the Apostles were the bishops, as it appears from a letter of St. Ambrose (Epist. 33 book 5), who also delegated the task of catechizing to presbyters and deacons who were attested and were full of faith and wisdom. Such catechists were, Chrysostom in Antioch (cf. his 21 Catechetical Orations) and Cyril in Jerusalem (cf. his 18 Catechisms), while they were presbyters, and there was also Theocharis (Deogratias) who catechized the Christians in the Church of Carthage while being a deacon (Augustine). Catechizing was also entrusted to Readers. Cyprian promoted the Reader Optatus to the office of Catechist following the example of Origen who was a Catechist in Alexandria while being a Reader. Furthermore, there were women too whop had been appointed catechists to teach only women.
7. Where was the task of catechization performed?
The task of catechization was carried out in the sacred temples; but later on in the great cities it was carried out in catechetical schools which had been founded for this purpose. The Catechetical School of Alexandria was most conspicuous. Similar Schools existed in Rome, in Jerusalem, in Antioch, in Caesarea of Palestine, and elsewhere.
8. Who were the most distinguished catechists of the Alexandrian School?
Pantainos, Clement the Alexandrian, Origen, Heraklas, Dionysios, Athenodoros, Malchion, Didymos, Athanasios the Great and even the notorious Arius, before his seduction.
9. What does the Church seek to achieve by catechizing?
By catechizing the Church seeks to teach the faith of Christ and to render those who accept it firm and unshakeable in the faith and well-established in their religious convictions; because through catechization the Christian is taught to believe in full awareness and information of heart, to be ready to offer a defense of his faith to anyone who asks about it according to the commandment of the Apostle Peter: “Always be prepared to make a defense to anyone who calls you to account for the hope which is in you” (I Pet. 3:15; cf. Tit. 2:8), and to be able to discern his true and divine faith from human religious constructions.
10. Why does the Church ask those catechized to believe in Christ the Savior?
The Church asks for their faith, because only through faith in Christ is a human being saved. The faith in Christ is the only response that justifies a human being, and the only door that brings him into eternal life. Through faith in the Savior a human being confesses the salvation which takes place through Christ the Savior, the divine grace and the divine mercy, through which one was called to salvation, and accepts with all his heart to bear the yoke of Christ and to keep His commandments.
11. What does the Church teach about the justifying faith?
The Church teaches about the justifying faith, that it is a work of both, the divine grace, which calls and operates, and of the will of the human being who listens carefully and cooperates.
D. Concerning the Divine Grace
And the moral freedom of the human being
1. What is called Divine Grace?
Divine grace is the help and the assistance, which God grants freely because of Christ’s value to those who listen to His word, in order to strengthen their mind, will and heart that they may accept the Christian faith, and which continues to follow the believer afterwards so that he may accomplish good works.
2. Who are mistaken about this orthodox teaching of the Church?
These are the Calvinists and those Protestants, who teach that the justifying grace is only the work of God. Such a view is erroneous a) because it removes human freedom, and excludes human synergy, based on full awareness, consciousness and freedom, from the work of salvation. The divine Chrysostom says: “grace, even though it is (free) grace, it saves those who want it;” also Gregory the Theologian says: “it is necessary that what is up to us and what is from God should be preserved;” Justin says, “that God who created man alone does not save without man;” and the parable of the sower of the Gospel is a most suitable example: the sower sowed and the good earth received, and God blessed and there was growth and yielding of fruit 30, 60 and 100. The Protestant view is also wrong b) because salvation is attributed entirely to God’s predestination; c) because it renders unaccountable the unbelievers attributing their unbelief to God who did not include them in His saving predestination and d) because through absolute predestination the necessity of good works in salvation is removed.
3. What does the Church hold concerning human freedom, human responsibility and God’s predestination?
The Church holds and teaches a) that man is saved willingly, because no one believes unwillingly, or loves, or is perfected through virtue; b) that man alone is responsible for his lack of faith, because he willingly turned a deaf ear to the voice that called him to salvation, due to evil and sin that took hold of his heart, and c) that God predestines those he foreknows as all-wise and all-knowledgeable, but not absolutely (Rom. 8:29-31), which means that God’s predestination has its reason in foreknowledge and predestination based on foreknowledge excludes absolute predestination.
[1] These persecutions were as follows: the 1st under Nero (AD 64), the 2nd under Dometian (AD 95), the 3rd under Trajan (AD 111), the 4th under Adrian (AD 126), the 5th under the Antonines (AD 162), the 6th under Severus (AD 202), the 7th under under Maximin (AD 235), the 8th under Decius (AD 250), the 9th under Valerian (AD 258) and the 10th under Diocletian (AD 302).